βούρδουλας

βούρδουλας
ο
1. μαστίγιο
2. άνθρωπος άξεστος, απολίτιστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. βούρδουλας < *βούρδολος < *βούρδορος < αρχ. βουδόρος «αυτός που γδέρνει βόδια
ειδικό μαχαίρι για το γδάρσιμο των βοδιών». Κατ' άλλη άποψη, βούρδουλας < ουσ. βούρδουλο «βούρδουλας», άγνωστης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • βούρδουλας — ο το μαστίγιο, το βούνευρο: Ο βούρδουλας είναι ένα από τα όργανα που χρησιμοποιούνται σε βασανιστήρια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βουρδούλα — η [βούρδουλας] 1. πρήξιμο από χτύπημα με βούρδουλα 2. οποιοδήποτε πρήξιμο 3. πληγή …   Dictionary of Greek

  • κουρμπάτσι — και κιρμπάτσι και κριμπάτσι, το μαστίγιο, βούρδουλας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kirbac] …   Dictionary of Greek

  • μάστιγα — η (AM μάστιξ, ιγος, Α ιων. τ. μάστις, ιος) 1. λουρί δεμένο σε ραβδί με το οποίο χτυπούν τα υποζύγια για να τρέξουν, μαστίγιο, καμ(ου)τσίκι («τοῡ ἵππου τὴν μάστιγα», Ηρόδ.) 2. μτφ. μεγάλη συμφορά, μεγάλο κακό, καταστροφή, κοινωνική πληγή (α. «Διὸς …   Dictionary of Greek

  • μαρκούτσι — το 1. η δερμάτινη καπνοσύρριγγα τού ναργιλέ 2. (κατ επέκτ.) κάθε μακρόστενο αντικείμενο 3. μαστίγιο, βούρδουλας 4. εξάρτημα, μαραφέτι 5. μτφ. πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. marpus] …   Dictionary of Greek

  • μαστίγιο — Λεπτή μάστιγα, καμουτσίκι, βούρδουλας. Στη βιολογία μ. ονομάζεται η κυτταρική προέκταση βακτηρίων, πρωτόζωων και σπερματοζωαρίων των περισσοτέρων ζωικών οργανισμών και ορισμένων κατώτερων φυτικών οργανισμών, η οποία εξυπηρετεί την κίνησή τους. Τα …   Dictionary of Greek

  • βούνευρο — το ο βούρδουλας, το μαστίγιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάστιγα — η 1. το καμουτσίκι, ο βούρδουλας. 2. μτφ., μεγάλη συμφορά ή σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα: Η ανεργία είναι μάστιγα της σύγχρονης κοινωνίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρμάκι — το (λ. τουρκ.) 1. ξύλινη ακτίνα τροχού του αμαξιού: Κάθε τροχός του αμαξιού έχει δώδεκα παρμάκια. 2. μτφ., βούρδουλας, ξυλοκόπημα: Μου φαίνεται σου χρειάζεται παρμάκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”